Όταν η ευλάβεια γίνεται είδωλο: η τιμή των αγίων και ο πειρασμός της ειδωλολατρίας
«Οἱ θεοὶ ὁμοιωθέντες ἀνθρώποις κατέβησαν πρὸς ἡμᾶς» φώναζε ενθουσιασμένο το πλήθος στα Λύστρα, έτοιμο να προσφέρει θυσίες στον Παύλο και στον Βαρνάβα. Και οι δύο απόστολοι έσχισαν τα ιμάτιά τους και όρμησαν μέσα στον όχλο κραυγάζοντας: «καὶ ἡμεῖς ὁμοιοπαθεῖς ἐσμεν ὑμῖν ἄνθρωποι» (Πράξ. 14, 15). Η σκηνή αυτή είναι ο καθρέφτης ενός πανάρχαιου πειρασμού που κατοικεί βαθιά μέσα μας: ο άνθρωπος θέλει να λατρεύει κάτι που να το βλέπει, να το αγγίζει, να το κουβαλά στην τσέπη του. Ο αόρατος Θεός τού φαίνεται μακρινός. Το ορατό είδωλο τον βολεύει. Η επικαιρότητα έδωσε πρόσφατα την αφορμή. Η περιφορά της ζακέτας του Αγίου Παϊσίου σε ενορίες, με ουρές πιστών να περιμένουν να την προσκυνήσουν, δίχασε. Καθαρή ειδωλολατρία, είπαν κάποιοι. Γνήσια ευλάβεια, απάντησαν άλλοι. Και οι δύο πλευρές όμως κινδυνεύουν να χάσουν το ουσιώδες, γιατί το ερώτημα δεν κρίνεται στο αντικείμενο. Κρίνεται στην καρδιά εκείνου που σκύβει να το ασπασθεί.
Ας το πούμε καθαρά, για να μην αδικήσουμε την πίστη μας. Η Εκκλησία τιμά τα λείψανα και τα προσωπικά αντικείμενα των αγίων, και αυτή η τιμή έχει βαθιές βιβλικές ρίζες. Τα οστά του προφήτη Ελισαίου ανέστησαν νεκρό (Δ΄ Βασ. 13, 21). Τα μαντήλια και τα εργόχειρα του αποστόλου Παύλου θεράπευαν ασθενείς (Πράξ. 19, 12). Ακόμη και η σκιά του Πέτρου γινόταν φορέας χάριτος (Πράξ. 5, 15). Η ύλη δεν είναι εχθρός του Θεού, αφού ο Λόγος «σὰρξ ἐγένετο» (Ιω. 1, 14) και αγίασε ολόκληρη την κτίση. Και η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος, στηριγμένη στον Μέγα Βασίλειο, όρισε το αλάθητο κριτήριο: «ἡ τιμὴ ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει» (Μ. Βασιλείου, Περὶ Ἁγίου Πνεύματος 18, 45). Η τιμή δεν σταματά στο ξύλο ή στο ύφασμα. Περνά προς τον άγιο και μέσα από τον άγιο προς τον Θεό, όπως το φως μέσα από το τζάμι.
Εδώ ακριβώς όμως κρύβεται και ο κίνδυνος. Τι συμβαίνει όταν η κίνηση αυτή σταματήσει στη μέση του δρόμου; Όταν η τιμή δεν διαβαίνει πια προς το πρωτότυπο αλλά απορροφάται από το αντικείμενο; Τότε το παράθυρο γίνεται τοίχος. Ο άγιος είναι πλασμένος για να είναι διάφανος και να δείχνει πέρα από τον εαυτό του. Όταν το βλέμμα μας κολλήσει επάνω του και δεν προχωρήσει, ο πιο γνήσιος άγιος μετατρέπεται χωρίς δική του ευθύνη σε είδωλο. Γιατί είδωλο δεν είναι μόνο το άγαλμα του Δία. Είδωλο είναι καθετί που ρουφά τη λατρεία αντί να τη διαβιβάζει, καθετί που παίρνει στην καρδιά μας τη θέση που ανήκει μόνο στον Θεό (Εξ. 20, 3).
Το δεύτερο σύμπτωμα της νόθης ευλάβειας είναι η μαγική αντίληψη. Η μαγεία, σε όλες τις εποχές, υπόσχεται το ίδιο πράγμα: αποτέλεσμα χωρίς σχέση, χάρη χωρίς μετάνοια, θαύμα χωρίς Ευαγγέλιο. Άγγιξε το αντικείμενο και θα πάρεις τη δύναμη, ανεξάρτητα από το πώς ζεις και ποιον αγαπάς. Αυτή όμως είναι η πλήρης αντιστροφή της πίστεως. Ο Κύριος το είπε με λόγια που καίνε: «ὁ λαὸς οὗτος τοῖς χείλεσί με τιμᾷ, ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ᾿ ἐμοῦ» (Ματθ. 15, 8). Όταν η ουρά για τη ζακέτα του αγίου είναι ατέλειωτη και η ουρά για το πετραχήλι του πνευματικού ανύπαρκτη, όταν ζητούμε το θαύμα αλλά αποφεύγουμε τη συγχώρηση του αδελφού μας, τότε δεν τιμούμε τον άγιο. Τον χρησιμοποιούμε. Τον υποβιβάζουμε από πατέρα και οδηγό σε φυλαχτό, από μάρτυρα του Χριστού σε μηχανή ευλογιών.
Και υπάρχει κάτι βαθύτατα ειρωνικό εδώ, όταν πρόκειται για τον Άγιο Παΐσιο. Ποιος αγωνίστηκε περισσότερο από εκείνον να κρυφτεί από την ανθρώπινη τιμή; Ο ταπεινός αγιορείτης που έλεγε ότι ο ίδιος είναι ένα σκουριασμένο τενεκεδάκι και που έστελνε αδιάκοπα τους προσκυνητές του πέρα από τον εαυτό του, στην εξομολόγηση, στη θεία Λειτουργία, στη μετάνοια. Η μεγαλύτερη προσβολή προς έναν άγιο είναι να τον τιμούμε με τρόπο που ο ίδιος θα αποστρεφόταν. Θυμηθείτε τον άγγελο της Αποκαλύψεως, όταν ο Ιωάννης έπεσε να τον προσκυνήσει: «ὅρα μή, τῷ Θεῷ προσκύνησον» (Αποκ. 19, 10). Αν μιλούν έτσι οι άγγελοι, πόσο μάλλον οι ταπεινοί γέροντες της Καππαδοκίας και του Άθωνα.
Ποια είναι λοιπόν η γνήσια τιμή των αγίων; Η απάντηση της Γραφής είναι αφοπλιστικά απλή: «μιμεῖσθε τὴν πίστιν αὐτῶν» (Εβρ. 13, 7). Και ο ιερός Χρυσόστομος τη σφράγισε σε τέσσερις λέξεις: τιμή μάρτυρος, μίμησις μάρτυρος. Είναι ασυγκρίτως ευκολότερο να φιλήσεις μια ζακέτα από το να συγχωρήσεις τον γείτονά σου. Είναι ευκολότερο να διανύσεις εκατοντάδες χιλιόμετρα για ένα προσκύνημα από το να διανύσεις τα τρία μέτρα που σε χωρίζουν από τον άνθρωπο με τον οποίο δεν μιλάς χρόνια. Ο Κύριος όμως δεν μακάρισε όσους αγγίζουν ιερά αντικείμενα. Μακάρισε «τοὺς ἀκούοντας τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντας αὐτόν» (Λουκ. 11, 28). Ο άγιος τιμάται αληθινά όταν η ζωή του γίνεται μέτρο της δικής μας ζωής, όταν η ασκητικότητά του ελέγχει την πολυτέλειά μας και όταν η αγάπη του για τον πλησίον ντροπιάζει τη δική μας αδιαφορία.
Χρειάζεται όμως προσοχή και στο αντίθετο άκρο, γιατί ο διάβολος δουλεύει πάντοτε και με τα δύο χέρια. Δίπλα στον πειρασμό της ειδωλοποιήσεως στέκει ο πειρασμός του ορθολογιστικού χλευασμού, εκείνων που με αφορμή τις υπερβολές απορρίπτουν συλλήβδην κάθε τιμή προς τα ιερά και κάθε ευλάβεια προς τα λείψανα. Αυτοί λησμονούν ότι ο Χριστιανισμός δεν είναι ιδεολογία ασωμάτων πνευμάτων αλλά πίστη της σαρκώσεως, και ότι η χάρη του Θεού εργάζεται ανέκαθεν και μέσα από την ύλη, από το νερό του Βαπτίσματος έως τον άρτο της Ευχαριστίας. Η διόρθωση της νόθης ευλάβειας δεν είναι η αθεΐα. Είναι η γνήσια ευλάβεια.
Το συμπέρασμα είναι ένα. Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην τιμή και στην ειδωλολατρία δεν περνά ανάμεσα από τα αντικείμενα. Περνά μέσα από την καρδιά μας. Η ίδια ζακέτα μπορεί για τον έναν προσκυνητή να είναι αφορμή μετανοίας και ευγνωμοσύνης προς τον Θεό «τὸν θαυμαστὸν ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ» (Ψαλμ. 67, 36) και για τον διπλανό του ένα ακόμη μαγικό αντικείμενο σε μια ζωή που αρνείται να αλλάξει. Οι άγιοι δεν έχουν ανάγκη από τις ουρές μας. Εμείς έχουμε ανάγκη από τη ζωή τους. Και αν μπροστά σε κάθε ιερό κειμήλιο το ερώτημά μας δεν είναι τι θα πάρω αλλά τι οφείλω να γίνω, τότε καμία ζακέτα δεν θα γίνει ποτέ είδωλο. Θα είναι αυτό που ήταν πάντοτε: ένα ταπεινό ρούχο που ζέσταινε ένα σώμα δοσμένο ολόκληρο στον Θεό και που τώρα δείχνει σιωπηλά προς τον ουρανό, γιατί «οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε Κύριε εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ᾿ ὁ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ πατρός μου» (Ματθ. 7, 21).
π. Δημήτριος Αρβανίτης