κ. Αλέξανδρος Λιαρμακόπουλος
Η βυζαντινή νομοθετική εξουσία διαμορφώθηκε μέσα σε μια σύνθετη ιστορική σχέση ανάμεσα στον αυτοκράτορα και την Εκκλησία. Από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, η Πολιτεία άρχισε να αναπτύσσει μια προστατευτική στάση απέναντι στον Χριστιανισμό, ενώ με τον Μέγα Θεοδόσιο η χριστιανική πίστη απέκτησε επίσημη θέση μέσα στην αυτοκρατορία. Στην εποχή του Ιουστινιανού, η σχέση αυτή οργανώθηκε ακόμη περισσότερο, με τον αυτοκράτορα να εμφανίζεται ως κεντρικό πρόσωπο της νομοθετικής και εκκλησιαστικής τάξης.
Με τον κ. Αλέξανδρο Λιαρμακόπουλο, επίκουρο καθηγητής της Νομικής σχολής του Α.Π.Θ.
Μετά την Εικονομαχία, όμως, η συζήτηση για τα όρια της εξουσίας γίνεται πιο έντονη. Ο Πατριάρχης Φώτιος, μέσα από το νομοθέτημα «Εισαγωγή», προβάλλει μια διαφορετική αντίληψη: η εξουσία δεν είναι ενιαία και αποκλειστικά αυτοκρατορική, αλλά διακρίνεται ανάμεσα στον αυτοκράτορα και τον πατριάρχη. Ο αυτοκράτορας καλείται να ασκεί το έργο του με κριτήριο πρώτα την Αγία Γραφή, έπειτα τους κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων και κατόπιν τη ρωμαϊκή πολιτική νομοθεσία.
Αυτή η ιεράρχηση περιόριζε ουσιαστικά την ανεξέλεγκτη αυτονομία της πολιτικής εξουσίας και αναδείκνυε τον πατριάρχη ως κρίσιμο παράγοντα στη ζωή της αυτοκρατορίας. Η αντίδραση δεν άργησε να έρθει. Οι επίμαχες αναφορές θεωρήθηκαν υπερβολικές και το νομοθετικό έργο του Φωτίου τελικά παραμερίστηκε, ιδιαίτερα επί Λέοντος ΣΤ’ του Σοφού. Μια συζήτηση για τη μετάβαση από τη μία εξουσία στις δύο εξουσίες και για τις ισορροπίες Εκκλησίας και Πολιτείας στο Βυζάντιο.
Βυζαντινή Νομοθετική Εξουσία - κ. Αλέξανδρος Λιαρμακόπουλος