Από την μοναχική αφάνεια στην ιεροσύνη

Με τον θεοφ. επίσκοπο Χααψάλου κ. Δαμασκηνό

Από πολύ νωρίς η καρδιά στρεφόταν προς την ασκητική ζωή. Όχι ως ιδέα ή ρομαντισμός, αλλά ως εσωτερική κλήση που προϋπήρχε ακόμη και πριν από τη γνωριμία με την Ορθοδοξία. Η πρώτη επαφή με τη Φιλοκαλία και το Άγιον Όρος έδωσε σάρκα και οστά σε αυτή την επιθυμία και ο μοναχισμός έγινε τρόπος ζωής, καθημερινότητα, υπακοή, εργασία και προσευχή.

Η πορεία δεν σχεδιάστηκε ποτέ με όρους σταδιοδρομίας. Κάθε βήμα προέκυπτε από την ανάγκη του τόπου και την υπακοή στο μοναστήρι. Η χειροτονία, η διακονία στη Φινλανδία και η επαφή με την Εκκλησία της Εσθονίας δεν αλλοίωσαν την ταυτότητα του μοναχού, αλλά την άνοιξαν σε μια ευρύτερη ποιμαντική ευθύνη. Η αποδοχή της αρχιερωσύνης δεν ήταν προσωπική φιλοδοξία, αλλά σταυρική ανταπόκριση σε μια εκκλησιαστική ανάγκη.

Η μοναχική εμπειρία αποδείχθηκε πολύτιμη τόσο πνευματικά όσο και πρακτικά: στη στήριξη των μοναστηριών, στη διαμόρφωση κοινοτήτων, στη συνοδεία ανθρώπων. Η σχέση με το Άγιον Όρος και τη Μονή παραμένει ζωντανή, ως πνευματική οικογένεια και σημείο αναφοράς. Έτσι, ακόμη και μακριά γεωγραφικά, η αρχιερωσύνη βιώνεται μέσα στην κοινή προσευχή και τη συνέχεια της μοναχικής ζωής.


Από την μοναχική αφάνεια στην ιεροσύνη – θεοφ. επίσκοπος Χααψάλου κ. Δαμασκηνός